'χουσ'

ἔχουσα , ἔχω
check
pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic)
ἔχουσι , ἔχω
check
pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)
ἔχουσι , ἔχω
check
pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)
ἔχουσαι , ἔχω
check
pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • χους — ο земля, прах, из которого Господь сотворил человека: και έπλασεν ο θεός τον άνθρωπον χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν (Γέν. 2, 7) И создал Господь Бог человека из праха… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • χους — ο / χοῡς, γεν. χοός και χοῡ, ΝΜΑ, και ως θηλ. χοῡς, ἡ, Α (στη νεοελλ. λόγιος τ.) 1. χώμα 2. εκκλ. (κατά την ΠΔ) η ύλη από την οποία ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο μσν. φρ. «χοῡς τῆς σαρκός» το περίβλημα τής ψυχής, το σώμα (Μετά Θεοφάν.) αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • χούς — (I) ὁ, ΜΑ, και χόος και χοεύς και χῶς, ῶ, και ως θηλ. χοῡς, ἡ, Α 1. παλαιό αττικό μέτρο υγρών που ισοδυναμούσε με 12 κοτύλες 2. συνεκδ. αγγείο πόσης που είχε χωρητικότητα έναν χου αρχ. 1. χρηματική συνεισφορά για την εξασφάλιση συμμετοχής σε… …   Dictionary of Greek

  • χοῦς — χόω throw pres ind act 2nd sg (doric) χόω throw imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) χοῦς 1 *Mens. masc nom sg χοῦς 2 soil excavated masc acc pl (attic) χοῦς 2 soil excavated masc nom sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοὔς — οὕς , ὅς yas masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χους, Γιαν — (Hus, συχνά αποδίδεται στα ελληνικά και ως Ιωάννης Ούσιος· Χουιζίνετς; περίπου 1369 – Κωνστάντια 1415). Βοημός θρησκευτικός μεταρρυθμιστής. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Πράγας και αφού χειροτονήθηκε ιερέας, αφιερώθηκε με πάθος στο θείο κήρυγμα,… …   Dictionary of Greek

  • χουσί — χοῦς 1 *Mens. masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χουσίν — χοῦς 1 *Mens. masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοᾶ — χοῦς 1 *Mens. masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοός — χοῦς 1 *Mens. masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.